χοροστάσι

χοροστάσι
το
1. τόπος όπου γίνονται χοροί.
2. θέση των ψαλτών στην εκκλησία.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • χοροστάσι(ο) — και διαλ. τ. χοροστασό, το, Ν 1. χώρος όπου γίνονται χοροί 2. το μέρος τού ναού, όπου στέκεται ο χορός τών ψαλτών, αλλ. ψαλτήριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χορός + στάσι(ο)* (πρβλ. εικονο στάσι[ο]). Η λ., στον λόγιο τ. χοροστάσιον, με την πρώτη σημ.… …   Dictionary of Greek

  • χορός — Διαδοχικές κινήσεις του σώματος για σκοπούς αποκλειστικά καλλιτεχνικούς ή τελετουργικούς ή παιχνιδιού, με προκαθορισμένη τάξη και σύμφωνα με ένα ρυθμό, που δίνεται γενικά από τη μουσική. Ο χ. είναι από τα αρχαιότερα εκφραστικά μέσα, ίσως δεύτερο… …   Dictionary of Greek

  • Horos — Horos, khoros, choros () means dance in Greek language. This word occurs in the names of numerous Greek dances, which may be literally translated as dance of... or dance from... . Sometimes the word may be omitted, e.g., both Hasapikos choros (… …   Wikipedia

  • χορείος — ο / χορεῑος, εία, εῑον, ΝΜΑ, αρσ. και χόριος Α το αρσ. ως ουσ. ο χορείος και ὁ χορείος (στην αρχ. μετρική) τρίβραχυς ή τροχαίος μετρικός πους μσν. αρχ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χορό 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ χορεῑον τόπος όπου χορεύουν,… …   Dictionary of Greek

  • χορευταριά — η, Ν τόπος όπου χορεύουν, χοροστάσι. [ΕΤΥΜΟΛ. < χορευτής + κατάλ. αριά (πρβλ. ψηστ αριά)] …   Dictionary of Greek

  • χοροστασό — το, Ν (διαλ. τ.) βλ. χοροστάσι(ο) …   Dictionary of Greek

  • πάνω — και επάνω και απάνω επίρρ. που σημαίνει 1. τόπο: Το δώρο σου είναι πάνω στο τραπέζι. 2. χρόνο: Πάνω που αρχίσαμε τη συζήτηση έφτασες κι εσύ. 3. εναντίον: Μόλις δρασκέλισα το κατώφλι, όρμησε ο σκύλος επάνω μου. 4. με το σύνδ. και, υπέρβαση ορίου:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”